Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Monday, August 7, 2017

Η Κουλίτσα της Αγάπης



Με πήρε τηλέφωνο Κυριακή μεσημέρι ο Σπύρος. Δεν το απάντησα αλλά όταν είδα το νούμερό του κατάλαβα. Η Κουλίτσα μας είχε φύγει. Ναι η Κουλίτσα, η πιο αγαπημένη φίλη της μαμάς ανελήφθη εις ουρανούς, μου επιβεβαίωσε όταν συνομιλήσαμε αργότερα.

Θα έλεγα ότι η Κουλίτσα μας πέθανε από βαθιά γεράματα, άγγιζε τα 90 ή μπορεί και να τα είχε περάσει. Η Κουλίτσα πέθανε πασπαλισμένη από την άφατη αγάπη της αδελφής της, της Μαρίας Καφαράκη που έμεινε ακοίμητη στο πλευρό της από τον περασμένο Μάρτιο για να απαλύνει τον πόνο της σωματικής φθοράς της.

Η Κούλα Καρύδη ήταν η καλύτερη φίλη της μαμάς μου, ήταν η κολλητή της. Η παιδική μου ζωή άρχισε με την Κουλίτσα γύρω μας, ήταν σα μια αγαπημένη συγγενής μας. Περνούσε σχεδόν καθημερινά από το σπίτι και τα έλεγαν με τη μαμά. Εκείνη πήγαινε για ενέσεις στους άπορους Λευκαδίτες οργώνοντας όλη τη Λευκάδα. Υστερα περνούσε από την εκκλησία , άναβε το κερί της, βοηθούσε αν υπήρχε οποιαδήποτε ανάγκη.

Η Κουλίτσα ήταν ενορίτισσα στο Μητροπολιτικό ναό της Ευαγγελίστριας και ήταν δεμένη με το θείο παπα-Νίκο, τον αδελφό της μαμάς. Θα έλεγα ότι ήταν ένα τρίο που είχαν μεταξύ τους μυστικά, γιατί σιγοψιθύριζαν ανάμεσά τους λόγια κι όταν φτάναμε τα παιδιά έκοβαν την κουβέντα απότομα.Δεν ξέρω τι ακριβώς έλεγαν αλλά αντιλαμβανόμουν ότι αποτελούσαν ένα κονκλάβιο αποφάσεων σχετικά με την εκκλησιαστική ζωή της πόλης μας.

Η Κουλίτσα είχε γνωριστεί με τη μαμά από τα κατηχητικά την εποχή της νεότητάς τους. Εκεί έσμιξαν οι πανέμορφες κοπέλες, η μαμά με τα πράσινα μάτια και η Κουλίτσα με το καταγάλανο βλέμμα. Μόνο που η Κουλίτσα είχε δηλώσει ότι δεν την ενδιέφερε ο γάμος και η οικογένεια, ήθελε να αφιερωθεί στο Θεό, στην Εκκλησία, στην υπηρεσία του απλού ανθρώπου που υπέφερε εκείνα τα φτωχά μεταπολεμικά χρόνια στο στερημένο νησί μας.


Ετσι έκανε πάντα το καλό. Ηταν το ηθικό στήριγμα για αδύναμες γυναίκες, ήταν η παρηγοριά για τους πενθούντες, ήταν εκείνη που μοίραζε τα δέματα στους φτωχούς και στους μη έχοντες. Με έπαιρνε μαζί της και με μάθαινε τον αγώνα της αρετής, της προσφοράς, της γενναιοδωρίας. Μου έλεγε πως θα μου τα έδινε σε δώρα ο Θεός μια μέρα κι εγώ παραπονιόμουν που τα δώρα δεν έφταναν ποτέ στην πόρτα μου κι ας έκανα τα χιλιάδες θελήματα μαζί της. Μου έμαθε την ανιδιοτέλεια, την αγάπη για τον πλησίον, την άδολη προσφορά, την πληθωρικότητα στα συναισθήματα.

Η Κουλίτσα ήταν η δεύτερη μαμά μας, ποτέ δεν ζήλεψε που δεν έκανε οικογένεια, μας είχε οικειοποιηθεί σαν παιδιά της. Μας λάτρευε και μας τόδειχνε με χίλιους τρόπους καθημερινά και προπάντων με το γάργαρο γέλιο της που κάλυπτε όλες τις ζαβολιές μας. Μας δικαιολογούσε στους γονείς μας νουθετώντας μας στα κρυφά, έπαιρνε το ρίσκο να είναι η προστάτις μας στην κοινωνική ζωή μας.

Μας έπαιρνε μαζί της στη θάλασσα και μας έμαθε μπάνιο καθότι ήταν δεινή κολυμβήτρια. Θάλεγα ότι η μεγάλη της αγάπη ήταν  η υγρή αγκαλιά του Ιονίου πελάγους για αυτό δεν έχανε ποτέ ούτε ένα μπάνιο τις μέρες του καλοκαιριού. Τη θυμάμαι με το ωραίο ψάθινο καπέλο της να κάθεται στην παραλία και να μας φωνάζει να βγούμε επιτέλους απ΄τη θάλασσα γιατί θα χάναμε το λεωφορείο.

Η Κουλίτσα είχε δύο επίσης αδελφές. Την Ελένη που έμενε στην Αθήνα και ήταν καθηγήτρια αγγλικών και την Μαρία που είχε φύγει με τον άντρα της Μενέλαο Καφαράκη για μετανάστευση στην ωραία Ουάσιγκτον. Οι φωτογραφίες με την οικογένεια της Μαρίας και τα γράμματα πηγαινοέρχονταν κάθε μήνα Ουάσιγκτον-Λευκάδα και τανάπαλιν. Κι εμείς ακούγαμε αχόρταγα τις ιστορίες των Αμερικάνων.

Εμείς σμίγαμε κάθε καλοκαίρι με τα δυό ανήψια της Κουλίτσας, τον Φίλιππα και το Σπύρο που έρχονταν από την αμερικάνικη πρωτεύουσα και δεν τα ξεχωρίζαμε από τα ξαδέλφια μας. Ηταν τόσο συνεκτική η αγάπη της Κουλίτσας που μας είχε ενώσει με ένα θεϊκό τρόπο στον ιστό μιας μεγάλης αγαπητικής οικογένειας. Είχε το χάρισμα να  δένει τους δικούς της ανθρώπους στο άρμα της με την ευγένεια της ψυχής της. Είχε την ικανότητα να κατακτάει τους συνομιλητές της με εκείνη τη γαλανή ευθύβολη της ματιά που έσταζε χριστιανική αγάπη.

Η Κουλίτσα ήταν η ενσάρκωση της χριστιανικής αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης, της προσφοράς στον πλησίον. Και τούτη η αγάπη της δεν ήταν στείρα ούτε κριτική ούτε απαιτητική. Ηταν η αληθινή, η άφοβη αγάπη που έμαθε από το Ευαγγέλιο και τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας.

Αν κλείσω τα μάτια θα τη δω να περπατάει στη Λευκάδα με το αδύναμο από την εγχείρηση πόδι της, να χαιρετάει, να μαθαίνει πού βρίσκονταν οι ανήμποροι για να τρέξει σε συμπαράσταση.

Την λάτρεψα την Κουλίτσα μου για όλα αυτά που με έμαθε με ένα τρόπο χωρίς αγκυλώσεις, πίεση ή συναισθηματικούς εκβιασμούς. Με ένα τρόπο ελεύθερο και γενναίο σαν το ασυμβίβαστο πνεύμα της. Ημουν η αγαπημένη της γιατί ήμουν επαναστάτρια κι αυτό μου το τόνιζε πάντα στις συνομιλίες μας.

Τώρα εκείνη έφυγε στους ουρανούς, αλλά χαίρομαι γιατί πάει να βρεί την αδελφή της την Ελένη και τον υπέροχο γαμπρό της , το Μενέλαο. Πάει να συναντήσει τη μαμά μου , την τσατσούλα της, δηλαδή την αδελφή της… Και θα ξαναβρεθεί με το θείο παπα-Νίκο και τη θειά Δήμητρα , με τον κυρό Μητροπολίτη Νικηφόρο και θα τα πούν εφ όλης της ύλης. Και κανένας πιά δεν θα τους διακόψει… Ισως η Πεταλούδα μου για να της πει το «καλώς όρισες ».

Καλό ταξίδι Κουλίτσα μου και να τους χαιρετήσεις όλους, έναν-έναν με εκείνη την απόλυτη αγάπη, που  μας είχε δέσει και μας είχε κάνει μια μεγάλη αγαπημένη οικογένεια!
Η Ιουστινούλα σου!

Saturday, August 5, 2017

Τα καλοκαίρια της Βασιλικής


Αφιερωμένο εξαιρετικά στην αγαπημένη μου ξαδέλφη Γώγω Πολίτη και 
την βαφτιστήρα μας Χριστίνα Μελά.
Με την ευχή να φτιάχνουν αναμνήσεις!

Εμείς τη Λευκάδα την θεωρούσαμε άστυ και παρότι κολυμπούσαμε καθημερινά στις παραλίες του Κάστρου ή της Γύρας, η μαμά έστελνε τον Αποστόλη στο πατρικό χωριό  Εγκλουβή για διακοπές (ήθελε να κάνει βόλτες με τα άλογα) κι εμένα την καθωσπρέπει δεσποινίδα στην ειδυλλιακή Βασιλική, όπου έμενε η αδελφή της η Φροσύνη.

Η θεία Φροσύνη παντρεμένη με το θείο Μήτσο είχε τρία παιδιά, τη Ντίνα, τη Γώγω και τον Φίλιππα. Και ήταν μια πανέμορφη γυναίκα με λευκή επιδερμίδα και ολοπράσινα μάτια, από εκείνες της αρχόντισσες του παλιού καλού καιρού. Η θεία Φροσύνη ήταν απίστευτη νοικοκυρά, μαγείρισσα, κεντήστρα και μου έτρεφε μεγάλη αδυναμία. Κι εγώ όμως την ξεχώριζα από τις θείες μου διότι διέκρινα την αρχοντιά της, τη σβελτάδα της, την αποτελεσματικότητά της και ήθελα να γίνω σαν εκείνη.

Στη Βασιλική έμενε επίσης και η αγαπημένη αδελφή του πατέρα μου, η θεία Χρυσαυγή, που ήταν παντρεμένη στα Κολυβάτα με τον θείο Σπύρο και είχαν τρία παιδιά, μικρότερα από μένα. Παρότι είχαμε μια ιδιαίτερα σχέση και την θαύμαζα για τη γενναιότητά της, ωστόσο τις διακοπές μου τις έκανα στη θεία Φροσύνη.

Λάτρευα τις ξαδέλφες μου τη Ντίνα και τη Γώγω, που ήταν μεγαλύτερες από μένα, αλλά εντυπωσιακά όμορφες και δεν περνούσαν ποτέ απαρατήρητες. Προπάντων, η Γώγω είχε ξανθό μαλλί σα στάχυ, ήταν μικροσκοπική και έμοιαζε με Γερμανίδα. Ζήλευα τα μαλλιά και τα πράσινα μάτια της, καθώς εγώ ήμουν ένα κανονικό καστανόξανθο κορίτσι από τα συνηθισμένα.

Η Βασιλική ήταν ένα πανέμορφο ψαροχώρι με ένα γραφικό λιμάνι, που περιβαλλόταν από πράσινους λόφους. Το πράσινο καθρεφτιζόταν μέσα στα νερά του λιμανιού κι έκανε το νερό να αλλάζει χρώμα ανάλογα με τη θέση του ήλιου. Οι ψαρόβαρκες δεμένες στους ντόκους ανεβοκατέβαιναν απ΄το αεράκι που έπιανε ανελλιπώς κάθε απόγευμα.

Αυτό που έκανε ξεχωριστή την παραμονή ήταν το μαγαζί του θείου που νοίκιαζε ποδήλατα και περνούσαν από κεί όλοι οι ξένοι. Εκεί γνώρισα τον τουρισμό και τους ξένους, που έφερναν λεφτά στο μικρό τόπο.

Με το που έφθανα στη Βασιλική άρχιζαν οι βόλτες με την ξαδέλφη μου τη Γώγω που με σύστηνε σε όλους τους φίλους και τους γνωστούς της. Εκείνη ένιωθε περήφανη για την άφιξη της ξαδέλφης από τη Λευκάδα κι εγώ χαιρόμουν που ανέπτυσσα την κοινωνικότητά μου. Γνώρισα πολλά παιδιά της γειτονιάς κι ένιωθα ότι ανήκα σ΄αυτή τη νέα ομάδα των φίλων.

Το πρωί βοηθούσαμε στις δουλειές στο σπίτι, κάναμε μικροθελήματα και παίζαμε στον ωραίο κήπο του σπιτιού όλα τα παιχνίδια της νεότητας. Και προς το μεσημεράκι πηγαίναμε στην απαλή παραλία της Πόντης όπου κάναμε το μπάνιο μας προστατευμένα κάτω από την ψάθα της εποχής.

Θυμάμαι να παραπονιέμαι για τα ρηχά νερά της Πόντης που τα σύγκρινα με τις απέραντες παραλίες της πόλης και η ξαδέλφη μου την επόμενη μέρα με πήγαινε στην παραλία των Κολυβάτων, που είχε πιο βαθιά θάλασσα. Κι αφού τελειώναμε το κολύμπι, καθόμασταν στους βράχους και κυνηγούσαμε μικρά καβουράκια και τραγουδούσαμε ανέμελες «στου γυαλού τα βοτσαλάκια…». Αφήναμε τα καβουράκια να περπατούν στα χέρια και το σώμα μας, ατρόμητες από τον κίνδυνο να μας δαγκώσουν. Και μετά τα χώναμε στον κουβά με θαλασσινό νερό και τα μεταφέραμε στην άλλη παραλία της Πόντης για να τα ρίξουμε σ’ εκείνη τη θάλασσα.

Γελούσαμε και ήμασταν ευτυχισμένες. Η ευτυχία μύριζε αλάτι, θάλασσα, ευκάλυπτο … Μύριζε ξεγνοιασιά και αγάπη δοσμένη με κάθε τρόπο. Τη νιώθαμε  την αγάπη στα υπέροχα μαγειρεμένα φαγητά της θειάς Φροσύνης, που έστρωνε καθημερινά με τραπεζομάντηλο το τραπέζι του μπαλκονιού και τρώγαμε με επισημότητα και ιεροτελεστία. Την ανακαλύπταμε στα υπέροχα φρούτα που διάλεγε ο θείος Μήτσος και ήταν πάντα νόστιμα, είχαν μοναδικό άρωμα και γεύση. Τα πεπόνια και τα καρπούζια ήταν μέλι γλύκα, τα κεράσια πλούσια και γευστικά, τα σύκα μεγάλα και πεντανόστιμα.

Τα απογεύματα συνήθως πηγαίναμε για πικ νικ εκεί στην παραλία της Πόντης. Η θεία μας έφτιαχνε ριγανάδα αλλά και πατάτες τηγανητές και φρόντιζε να μην βάλει φέτα διότι εγώ ήμουν αλλεργική και την απεχθανόμουν.  Μοσχομύριζε η γειτονιά από το τηγάνι κι εμείς βάζαμε στο καλαθάκι τα καλούδια και ορμούσαμε με ενθουσιασμό στην ακτή , όπου σμίγαμε με τα άλλα παιδιά. Αφού στρώναμε και τρώγαμε τα φαγάκια μας, αρχίζαμε το παιχνίδι. Δεν ήταν ένα σωματικό παιχνίδι αλλά ήταν ιστορίες που φτιάχναμε με το μυαλό μας και τις αναπαριστούσαμε παίρνοντας διάφορους ρόλους. Ηταν η ζωή σε παιδικό θέατρο και ήταν πολύτιμη η φαντασία και η δημιουργικότητά μας, καθώς δεν υπήρχαν τότε ανάλογα ερεθίσματα… Μόνα μας τα παιδιά, φτιάχναμε ιστορίες και υποδυόμασταν τους πρωταγωνιστές…

Στη Βασιλική πήγα για πρώτη φορά στον κινηματογράφο. Ηταν ένας περιπλανώμενος σινεάστ, που έφερνε τη μηχανή του, την έστηνε και έπαιζε την ταινία σε πρόχειρο πανό προβολής, προμοτάροντάς την με τη ντουντούκα στο χωριό από βαθέως όρθρου. Είδα τας Δυό Ορφανάς κι επίσης μια πολεμική ταινία με τον Πέτρο Φυσσούν και γοητεύτηκα τόσο μα τόσο από το σινεμά…

Βεβαίως, με τη Γώγω μαλώναμε κι όλας. Κι έτσι που ήμουν τσαμπουκάς κι ασυμβίβαστη, με θυμάμαι να στριμώχνω στη μικρή καρρώ βαλιτσούλα μου τα ρουχαλάκια μου και να κινάω για τη στάση του λεωφορείου να φύγω για τη Λευκάδα. Κι όλο την τελευταία στιγμή με προλάβαινε η θεία Φροσύνη και με παρακαλούσε να γυρίσω και τιμωρούσε τη Γωγούλα που δεν μου φερόταν με την ανοχή της οικοδέσποινας. Και η Γωγούλα πονούσε- είμαι σίγουρη- που η μάνα της έπαιρνε το μέρος μου διότι τότε δεν καταλαβαίναμε τα παιδιά από τις σχετικότητες και τις ισορροπίες.

Τα καλοκαίρια στη Βασιλική γνώρισα το φλέρτ με τα αγόρια, ανακάλυψα την πλήρη αποδέσμευση από το περιβάλλον μου, απόλαυσα την ελευθερία των διακοπών.

Και δεν περνάει ούτε ένα καλοκαίρι που να μη θυμάμαι τη Βασιλική των παιδικών μου χρόνων. Αναπολώ εκείνες τις μέρες της ανεμελιάς και της αγάπης. Αναθυμάμαι όλες τις μικρές στιγμές που με έδεσαν με τον τόπο και προπάντων με την ξαδέλφη μου τη Γώγω!

Ελπίζω μια μέρα να ξαναγυρίσουμε μαζί σ΄εκείνα τα καλοκαίρια!



Τζουστινάκι

Friday, August 4, 2017

Σημαία και πατατάκια στην κληρωτίδα του ΣΥΡΙΖΑ!



Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

«Σήμερα, επίσης, έχει γίνει κάτι εξίσου σημαντικό. Δημοσιεύθηκε το ΠΔ που ρυθμίζει και εκσυγχρονίζει την καθημερινότητα στα Δημοτικά σχολεία, καταργώντας αυτό που ίσχυε από το 1989, δηλαδή εδώ και περίπου 20 χρόνια.

Αντί να χαιρετιστούν αυτά τα σημαντικά βήματα, ως βήματα που πάνε την εκπαίδευση μπροστά, έχουμε πάλι μία μίζερη αντιμετώπιση.

Για εμάς η σημαία δεν πρέπει να είναι βαθμολογικό έπαθλο.

Όλοι έχουν δικαίωμα να την κρατούν, όπως και υποχρέωση να την υπερασπίζονται. Στρατό δεν πάνε μόνον οι άριστοι μαθητές, πάνε όλοι, ανεξάρτητα από τις επιδόσεις τους.

Δεν είναι δυνατόν ένας μικρός αλλά υπαρκτός αριθμός οικογενειών να διαγκωνίζονται μεταξύ τους και να πιέζουν τους εκπαιδευτικούς να δώσουν βαθμούς για να γίνει το παιδί τους σημαιοφόρος. Εμείς προτείνουμε να γίνεται κλήρωση και να αναδεικνύεται ο σημαιοφόρος. Κλήρωση ανάμεσα σε ίσους ως προς τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην Πολιτεία.

Δηλώσεις που συνδέουν την αριστεία με την σημαία είναι κάτι βαθιά αντιδημοκρατικό.»

Αυτά δήλωσε ο «ήξεις αφίξεις» υπουργός παιδείας, ο οποίος προσπαθεί να πείσει ότι η σύνδεση της σημαίας με την αριστεία είναι βαθειά αντιδημοκρατική κι έτσι έλαβε νομοθετικά  την πρωτοβουλία να ισιώσει το δημοκρατικό φρόνημα στα παιδιά του δημοτικού κληρώνοντας τη σημαία σαν το λαϊκό λαχείο.

Κατ’ αρχήν η αριστεία είναι το εργαλείο της άμιλλας και της προόδου σε κάθε κοινωνική ομάδα, γι αυτό στα σχολεία του εξωτερικού όπου ζώ τα τελευταία τριάντα χρόνια, δίνονται έπαινοι στα αριστούχα παιδιά από το επίπεδο του νηπιαγωγείου.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κάθε φορά και με κάθε τρόπο προσπαθεί να εξαντλήσει τα επιχειρήματά της για τη δημοκρατία στο σχολικό σύστημα, τιμωρώντας την αριστεία είναι μια πάγια τακτική της πρώην αριστεροσύνης. Είναι η τακτική της ισοπέδωσης για να μην σηκώνονται κεφάλια, η πολιτική  της μεγιστοποίησης της μετριότητας, η ταξική ισοπέδωση στο πρώτο επίπεδο της κοινωνικοποίησης των παιδιών.

Η αποσύνδεση όμως της σημαίας από την αριστεία  είναι μια κραυγαλέα υποβίβαση του συμβόλου της εθνικής συνείδησης, μια βαθιά περιφρόνηση στην διάπλαση της εθνικής ταυτότητας.

Το να μπαίνει η σημαία στην κλήρωση είναι απλά ό,τι πιο χυδαίο θα μπορούσε να σκεφθεί κάποιος για το σύμβολο της εθνικής ταυτότητας της χώρας. Να μπαίνει η γαλανόλευκη στον κλήρο σα μια σακούλα γαριδάκια, να γίνεται αντικείμενο λοταρίας για παιδιά, να είναι πεδίο χλευασμού και γέλιου ανάμεσα στους μαθητές.  

Αυτή η σημαία που στήθηκε στο Αλβανικό μέτωπο, που σηκώθηκε στην Ακρόπολη από ένα Σάντα κι ένα Γλέζο ενάντια στη Γερμανική κατοχή, αυτή η σημαία που υψωνόταν από την κυρά της Ρώ κάθε μέρα με την ανατολή του ήλιου στην ομώνυμη ακριτική νησίδα.

Αυτή η σημαία, που στόλισε ήρωες, που βάφτηκε με αίμα, που συνδέθηκε με την ανεξαρτησία της χώρας, που αποτελεί το απώτατο σύμβολο της εθνικής κυριαρχίας.  

Είναι θλιβερό και ταπεινωτικό για όσους σκέφτηκαν να υποβιβάσουν τη σημαία σε αυτό το επίπεδο προσπαθώντας να καταργήσουν κάθε αίσθημα υπερηφάνειας στους μαθητές. Πρόκειται για μια ακόμη έκφραση λαϊκισμού του πρωθυπουργού και των περί αυτόν, ένα πεδίο επίδειξης της ευτελούς ποιότητας πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.


Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και οι δήθεν προοδευτικοί που την στελεχώνουν θεωρούν «αμαρτία» κάθε αναφορά στη διάπλαση της εθνικής συνείδησης, κάθε σύνδεση της παιδείας με την Ελληνικότητα, αφήνοντας στη Χρυσή Αυγή και τους φασίστες να δρέπουν δάφνες πάνω στο θέμα.

Εμείς εδώ στην ξένη εξακολουθούμε να θεωρούμε τη φιλοπατρία αρετή, συνεχίζουμε να κρατάμε ψηλά τη γαλανόλευκη και θα συνεχίσουμε να συνδέουμε την αριστεία με τη σημαία στα ελληνόφωνα σχολεία μας. 

Για μας η σημαία δεν είναι μια σακούλα πατατάκια, δεν είναι αντικείμενο για κλήρωση, δεν είναι πεδίο άσκησης δήθεν δημοκρατίας.

Είναι το σύμβολο της εθνικής κυριαρχίας και δικαιούται να συνδέεται με την αριστεία. Αλλωστε, οι ανδρείοι και οι άριστοι, αυτοί που ξεχώρισαν ανάμεσα στους πολλούς ύψωσαν τη σημαία στις στιγμές της ιστορίας!






Thursday, July 20, 2017

Το Πανηγύρι του Σαουθάμπτον: Γιορτάζοντας τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία


Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
 Οι Ελληνες ξέρουν να κάνουν τα καλοκαίρια τους ελληνικά στις ξένες πατρίδες, γι αυτό διοργανώνουν στις κοινότητές τους ελληνικά φεστιβάλ προσκαλώντας όχι μόνο τους συνέλληνες μα  όλους τους κατοίκους της περιοχής στην οποία βρίσκονται για να συμμετάσχουν στην ελληνική εμπειρία της γεύσης και της παράδοσης.

Το Φεστιβάλ της κοινότητας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πόλη Σαουθάμπτον του Λονγκ Αϊλαντ αποτελεί την επιτομή αυτής της ιδέας κι έτσι στα μέσα Ιουλίου συγκεντρώνει χιλιάδες κόσμου από την ελληνική παροικία της Νέας Υόρκης αλλά και Αμερικανούς.

Φέτος, με τον καιρό να είναι στα κέφια του όλο το Σαββατοκύριακο  το φεστιβάλ κατόρθωσε να φέρει στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας πάνω από πέντε χιλιάδες άτομα που έφαγαν,γλέντησαν και κοινώνησαν την εμπειρία της ελληνικής διασκέδασης σε όλες τις μορφές της.

Ελληνική μουσική με εξαιρετική ορχήστρα, εύγευστα φαγητά της παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας από σουβλάκια μέχρι αρνάκια στη σούβλα, μεταμόρφωσαν την αυλή της εκκλησίας σε ένα πανηγύρι αλά ελληνικά , κορυφώνοντας το κέφι των παρευρισκομένων.

Υπήρχαν δραστηριότητες για τα παιδιά , κιόσκια με σουβενίρ και διάφορα καλοκαιρινά προϊόντα, όλα καλοστημένα με στυλ κάτω από τις τέντες καθώς το ενδεχόμενο της βροχής καιροφυλακτεί στην ακτή του Λόνγκ Αϊλαντ.

Ο π. Αλεξ Καρλούτσος , ιδρυτής της εκκλησίας και ο π. Κωνσταντίνος Λαζαράκης, ιερατικός προίστάμενος του ναού, υποδέχονταν το πλήθος με ζεστασιά, ενώ δεν έλειψαν οι πολιτικές παρουσίες όπως της υποψήφιας ελληνικής καταγωγής δημάρχου της Νέας Υόρκης, Νικόλ Μαλλιωτάκη και του προέδρου της επαρχίας Suffolk County,  Steve Bellone.

Ψυχή της διοργάνωσης είναι ο π. Κωνσταντίνος Λαζαράκης, ιερατικός προϊστάμενος του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ο οποίος ιερουργεί στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο π. Κωνσταντίνος δεν αρκείται στα ιερατικά του καθήκοντα, αλλά διοργανώνει μια σειρά από εκδηλώσεις γύρω από την κοινότητα, που έλκουν το ενδιαφέρον της ευρύτερης περιοχής των Χάμπτονς.

  Αναφερόμενος στο φετινό φεστιβάλ ο π. Λαζαράκης σημείωσε : «Το φεστιβάλ είχε τεράστια επιτυχία φέτος. Παρότι ο καιρός δεν ήταν ευνοϊκός της Πέμπτη και την Παρασκευή, η συμμετοχή  το Σαββατοκύριακο ήταν πέρα από κάθε αναμονή. Το φαγητό ήταν εξαιρετικό, η παραδοσιακή ελληνική μουσική αναζωογονητική και το Ελληνικό Χορευτικό Συγκρότημα των Χάμπτονς εντυπωσιακό. Ευλογηθήκαμε να έχουμε τεράστια επιτυχία χάρη στις ευλογίες του Θεού και στην εργασία πολλών εθελοντών."



Τι προσφέρει όμως το φεστιβάλ στην ελληνική κοινότητα και την ευρύτερη περιοχή; Ο π. Κωνσταντίνος υπογραμμίζει:



«Οσον αφορά στην εκκλησιαστική κοινότητα, το φεστιβάλ καλλιεργεί  την ταυτότητά μας ως Ελλήνων  και ως Ορθόδοξων Χριστιανών. Ο κοινός στόχος συνεπάγεται συνοχή και δημιουργεί / συσφίγγει τους δεσμούς φιλίας. Καλλιεργεί την αίσθηση ότι ανήκουμε στην εκκλησία και αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την ευημερία της κοινότητας. Μας επιτρέπει επίσης να καλωσορίζουμε τους φίλους και τους γείτονές μας. Επιτρέπει στην ευρύτερη κοινότητα να βιώσει το καλύτερο που πρέπει να προσφέρουμε ως Ελληνες. Τη φιλοξενία μας, την αίσθηση της εξυπηρέτησης, την πίστη μας, τις γαστρονομικές, μουσικές και λαϊκές τέχνες μας. Το φεστιβάλ μας πραγματικά την αναδεικνύει κοινότητά μας σε κεντρικό στοιχείο της  πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής του East End. Μας επιτρέπει τέλος να δημιουργούμε δεσμούς με την ευρύτερη κοινότητα των Hamptons. Οι άνθρωποι προσβλέπουν στο φεστιβάλ όλο το χρόνο, το περιμένουν και το αναζητούν».


Πώς η κοσμική ελληνική ταυτότητα και η ορθοδοξία μπορούν να συνδυασθούν;  Ο π. Κωνσταντίνος δηλώνει με ενθουσιασμό:


«Η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός είναι τόσο στενά συνδεδεμένες έννοιες που βρίσκονται  πάντα μαζί ... ακόμη και όταν δεν το συνειδητοποιούμε. Η χριστιανική θεολογία έχει εκφραστεί από την αρχαία Εκκλησία μέσω ενός ελληνικού λεξιλογίου. Ακόμη και όταν άνθρωποι που δεν αναγνωρίζονται ως Έλληνες συμμετέχουν στην Ορθοδοξία, συμμετέχουν στις καλύτερες και πιο καθολικές πτυχές του Ελληνισμού. Και ο ελληνισμός μεταμορφώνεται και καθίσταται ένα ενιαίο σύνολο  από την Ορθοδοξία . Στο μυαλό μου, το ερώτημα δεν είναι πώς μπορούν να συνδυαστούν τα δύο, αλλά πώς θα μπορούσαν να διαχωριστούν; Ο ελληνισμός, όπως τον ξέρουμε,  αποτελεί τον πυρήνα  του Χριστιανισμού και ο Χριστιανισμός ορίζεται καλύτερα και ασκείται μέσω του Ελληνισμού (με την ευρύτερη και απώτατη έννοια).»


Μουσική, χορός, Ελλάδα αλλά και πίστη στην Ελληνορθοδοξία διαπνέει την Ελληνική Κοινότητα των Χάμπτονς, που κάθε χρόνο βρίσκει τον τρόπο μέσω του επιτυχημένου φεστιβάλ της να διατρανώσει τις αξίες της.

Φέτος, ανάμεσα στους διακεκριμένους καλεσμένους των εκδηλώσεων στο Σαουθάμπτον βρέθηκε ο μεγιστάνας Τζον Κατσιματίδης με την οικογένειά του, ο εκδότης του Εθνικού Κήρυκα Αντώνης Διαματάρης η γνωστή ελληνίδα σέφ Μαρία Λόης  και πολλοί επώνυμοι Ελληνες της περιοχής.



Και του χρόνου!
 Με την υποψήφια δήμαρχο Νέας Υόρκης Νικόλ μαλλιωτάκη και τον μεγιστάνα Τζόν Κατσιματίδη
 Θεόδωρος Αργύρης και Τζόν Κατσιματίδης
 Για τα παιδιά υπήρχε πάρκο
 ο εκδότης του Εθνικού Κήρυκα Αντώνης Διαματάρης με τη σύζυγό του


 Ο ευφραδέστατος π. Κωνταντίνος, ιερατικός προϊστάμενος του Ναού της Κοιμήσεως
 Με τον π. Αλεξ Καρλούτσο και τον πρόεδρο της επαρχίας Steve Ballone


Monday, July 17, 2017

Ο Κωτσοπάτσος του Κόσμου και του Ρίσκου



Κάποτε ήταν μια μεγάλη οικογένεια με τρία κορίτσια και πέντε αγόρια, με τρείς γαμπρούς και πέντε νύφες, με 23 πρωτοξάδελφα που ήταν συνδεδεμένα όλα με τη ρίζα του πατριάρχη της, πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Κακαβούλη. Αυτή η οικογένεια άστραφτε και βρόνταγε στη μικρή Λευκάδα καθώς ο ισχυρός πατριάρχης την κρατούσε σφιχτοδεμένη στις αξίες της ουμανιστικής άποψης για τη ζωή.
Ευτύχησα να είμαι μέλος της οικογένειας Κακαβούλη από την πλευρά της μητέρας μου. Κι έζησα αυτή την αγάπη των 8 αδελφιών που έχασαν τη μητέρα τους στον ανταρτοπόλεμο προσπαθώντας να κρατηθούν γύρω από την ιστορία τους δεμένα  σ’ ένα γαϊτανάκι αγάπης.
Εκαναν τη ζωή τους μια διαρκή γιορτή, εύρισκαν αφορμές για να συγκεντρώνονται στο πατρικό σπίτι του Σύβρου, να σμίγουν για να διατρανώσουν την αγάπη τους αλλά και να την μεταδώσουν στα 23 παιδιά της οικογένειας, που είχαν γεννηθεί κι αναπτυχθεί στο μεταξύ…
Στις 8 οικογένειες των παιδιών του παπα-Κώστα Κακαβούλη υπήρχε απαραίτητα ένας Κώστας ή μια Κωνσταντίνα ως φόρος τιμής σε εκείνον και στην εκλιπούσα πρεσβυτέρα του. Ετσι άρχισαν να γίνονται πολλοί οι Κώστες να μπερδεύονται μεταξύ τους κι , έτσι προέκυψε το προσδιοριστικό όνομα του κάθε Κώστα ανάλογα με τη μητέρα ή τον πατέρα του.
Ο πρώτος εγγονός του παπα-Κώστα Κακαβούλη ήταν ο Κώστας Σκληρός ή Κωτσοπάτσος. Γεννήθηκε από το γάμο της Παρασκευής  Κακαβούλη με το Μήτσο Σκληρό στο Μαραντοχώρι της Λευκάδας. Ηταν ένα όμορφο παιδί που γνώρισε την άφατη αγάπη όχι μόνο των γονιών του αλλά ολόκληρης της οικογένειας. Ο Κώστας ή Κωτσοπάτσος ήταν ο Μεγάλος, ο αδιαμφισβήτητος, ο προστάτης, ο αρχηγός των πρωτοξαδελφιών της οικογένειας Κακαβούλη.
Η φύση του ήταν ανήσυχη , δεν τον χωρούσε το σχολειό , δεν τον χωρούσε το χωριό του. Γι αυτό έφυγε νωρίς για τα καράβια-γύρω στα δεκαπέντε του- για να κατακτήσει τη ζωή όπως εκείνος την ήθελε. Θυμάμαι να φέρνει τα προικιά της αδελφής του της Μαρίας, ωραίες πετσέτες, τραπεζομάντηλα και διάφορα υφάσματα που θα έρραβε όταν θα αρραβωνιαζόταν κι ας ήταν ακόμη 12 ετών. Στα παιδικά μου μάτια τα προικιά από τα καράβια είχαν αποκτήσει μια μοναδική μαγεία κι έτσι κάθε φορά που πηγαίναμε στο Μαραντοχώρι η θειά-Παρασκευή άνοιγε και ξεδίπλωνε με περηφάνεια τα καλούδια τα φερμένα από τα καράβια, τα βουτηγμένα στον τίμιο ιδρώτα ενός έφηβου.
Ο Κωτσοπάτσος ερωτευόταν κάθε τόσο και όταν επέστρεφε στην Ελλάδα για λίγες μέρες εκμυστηρευόταν στη μαμά μου ότι θα αρραβωνιαζόταν και θα παντρευόταν σύντομα.  Κι όλοι οι αγάπες του ήταν εξωτικές κοπέλες από τα λιμάνια όπου προσάραζε το καράβι στο οποίο δούλευε ολημερίς κι οληνυχτίς . Οι έρωτες του Κωτσοπάτσου απασχολούσαν πολύ ιδιαιτέρως τη μαμά μου, που προσπαθούσε να τους διοχετεύσει στη δική του μαμά κι ας έβλεπε πως ήταν αμούστακο παιδί . Αλλά η μαμά τον καταλάβαινε και τον ένιωθε πολύ δικό της και του συγχωρούσε τα πάντα, γιατί είχε τον τρόπο του ο πρωτογέννητος ανηψιός της. Και την έπαιρνε αγκαλιά και της έρριχνε σβουρηχτά φιλιά να τους ακούσει όλη η γειτονιά.
Ο Κωτσοπάτσος δεν νιώσαμε ποτέ να απειλεί την ισορροπία της δικής μας οικογένειας γιατί ήταν πολύ μεγαλύτερος από εμάς (περίπου μια δεκαετία) και ήταν πολύ εξωτικός καθώς πηγαινοερχόταν στα περίφημα καράβια.
Ωσπου πραγματικά μια μέρα έφερε στο σπίτι μας την ξανθογάλανη Σούζυ από την Αγγλία και είπε στη μαμά : «Τη Σούζυ θα την παντρευτώ και θα σταματήσω τη δουλειά στα καράβια. Θέλω να κάνω οικογένεια και να ζήσω σαν άνθρωπος της στεριάς».
Ετσι κι έγινε , ο Κωτσοπάτσος παντρεύτηκε τη Σούζυ του, την οποία κανείς ποτέ δεν αμφισβήτησε καθώς ο παππούς ο παπα-Κώστας και όλη η οικογένεια είχε πολύ ανοιχτά μυαλά και την υποδεχτήκαμε όλοι με μια τεράστια αγκαλιά, προπάντων  η πεθερά της η Παρασκευή. Λίγο αργότερα έκλεισε τα μάτια ο παππούς ο Παπακώστας ήρεμος κι ευχαριστημένος που ο ζωηρός πρωτο-Κώστας του καταλλάγιασε με το γάμο της Σούζυς του.
Δυστυχώς, οι μέρες που ακολούθησαν αποδείχτηκαν πολύ άγριες για την οικογένεια του Κωτσοπάτσου. Η μάνα του ανακάλυψε καρκίνο στο στήθος και μάλιστα στο τελευταίο και αναπότρεπτο στάδιο. Ετσι ,ο άντρας της και τα παιδιά της έζησαν επί μια πενταετία. το γολγοθά των θεραπειών, του πόνου και της απώλειας της αγαπημένης μας θείας .
Την ίδια περίπου εποχή αρρώστησαν από καρκίνο και πέθαναν μέσα σε ένα χρόνο άλλα δύο αδέλφια της μαμάς, ο αγαπημένος θείος παπα-Νίκος και ο λατρεμένος θείος Ανδρέας. Η οικογένεια της χαράς βυθίστηκε σε ένα αθεράπευτο πένθος, τα δάκρυα είχαν πάρει μόνιμη θέση στο πρόσωπο της μαμάς. Μια απέραντη λύπη πλημμύριζε τους πάντες , τα παιδιά χάσαμε την ξεγνοιασιά μας.
Τότε ο Κωτσοπάτσος αναδύθηκε ως αρχηγός της οικογένειας, παίρνοντας τα σκήπτρα της εξουσίας. Ηδη είχε μπει σε δουλειές αλλά φρόντιζε πάντα να είναι παρών στα μεγάλα γεγονότα, να παρηγορεί και να μας συμβουλεύει όλους μας.
Μόλις είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο και αναζητούσα μια δουλειά. Ο Κωτσοπάτσος που είχε μετέλθει διαφόρων επαγγελμάτων τότε βρισκόταν συνεταίρος σε ένα περιοδικό , το This Week in Athens. Ετσι με προσέλαβε ως πρωτόλια συντάκτρια κι εκεί ανακάλυψα την έμφυτη κλίση μου προς τη γραφή και τη δημοσιογραφία. Θα έλεγα ότι τυχαίως έγινε ο νεραϊδούλης της καριέρας μου. Εγκατέλειψα εντελώς τη νομική επιστήμη και στράφηκα ολοταχώς προς τη δημοσιογραφία.
Τα χρόνια έφευγαν, ο Κωτσοπάτσος πέρασε διάφορες περιπέτειες με τις δουλειές του, οι αφηγήσεις του περνούσαν μέσω της μαμάς και ένιωθα πως αυτός ο πρωτογενής ξάδελφος ήταν καμωμένος από την ύλη των μεγάλων ηρώων. Κάθε καινούρια πτυχή της ζωής του με έκανε να σκέφτομαι το Γκιούλιβερ, κάθε επιχειρηματική του δραστηριότητα ήταν ένα νέο κεφάλαιο ζωής. Εμείς ξεχασμένοι στην καθημερινή ρουτίνα μας κι εκείνος ένας πολίτης του κόσμου και του ρίσκου.
Φεύγοντας από την Ελλάδα ποτέ δεν επέτρεψε να χαθούμε . Μας επισκεπτόταν στη Λευκάδα στις διακοπές με τον Αλέξανδρο και τον έκανε φίλο του, διηγούμενος τις παιδικές μας περιπέτειες.
Κι εγώ ποτέ δεν ξέχασα τον Κωτσοπάτσο ως κύριο αίτιο της δημιουργικής καριέρας μου. Κι όταν έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα «Πετάει, Πετάει το Σύννεφο» βασισμένο στα απομνημονεύματα του παππού μας του παπα-Κώστα, ο Κωτσοπάτσος ήταν ο κρυφός πρωταγωνιστής μου  από όλα τα 23 εγγόνια του. Ηταν εκείνος που ρωτούσε τον παππού συνέχεια , μονότονα και επαναληπτικά :Πετάει, το Σύννεφο , πετάει;
Το κλαρίνο τρύπαγε την ατμόσφαιρα του Σεπτεμβριάτικου απόβραδου στην μεγάλη αυλή του πατρικού στο Σύβρο, ανατολίτικο, χαρούμενο και μαζί παραπονιάρικο... Κι εκείνος που πετούσε πάνω στο δικό του σύννεφο, φώναζε δυνατά από ψηλά για να τον ακούσει ο πρώτος του εγγονός, ο Κωστάκης: «Μια ζωή με βασάνιζε η απορία σου. Και μόνο μια στιγμή μου φτάνει να σου πω: Πως ναί. Πετάει το σύννεφο! Πετάει!» (το τέλος του μυθιστορήματος)
 Πετάει, το σύννεφο αγαπημένε μου . Κι εσύ το πήρες για να ταξιδέψεις στην αιωνιότητα, να συναντήσεις τον παππού, τους γονείς σου, τις θείες και τους θείους που τόσο αγάπησες. Εκεί θα βρεις την Πεταλούδα μας που τόσο έκλαψες. Δώσε σε όλους χαιρετίσματα και μια μεγάλη υπόσχεση πως όλοι θα βρεθούμε κάποτε στη μεγάλη αυλή της αιωνιότητας.
Όταν θα περνάει στον ουρανό το δικό σου σύννεφο, εγώ θα το γνωρίζω και θα σε χαιρετάω … Γιατί Πετάει, το Σύννεφο Πετάει. Το είπε ο παππούς, το λες κι εσύ με τη φυγή σου!
Η ξαδέλφη σου
Ιουστίνη

Thursday, July 6, 2017

Ο Πατέρας, Η Μάνα, το Παιδί, οι μισάδιανες βαλίτσες!

Καθώς το Γλυπτό του Ελληνα Μετανάστη πήρε τη θέση στην ιστορία της πόλης του Μόντρεαλ με τα επίσημα αποκαλυπτήρια στις 30 Ιουνίου 2017,  μόνο αναμνήσεις γεμάτες συγκίνηση παίρνουν το χώρο στην καρδιά και το νού.
Η παρουσία του γλύπτη Γιώργου Χουλιαρά υπήρξε καταλυτική στα εγκαίνια και στην ενσωμάτωση του έργου τέχνης στα 375 έτη ιστορίας του Μόντρεαλ.
Ο δήμαρχος Ντενί Κοντέρ έμεινε άναυδος με την εμβληματική δημιουργία που ταξίδεψε από το εργαστήριο του γλύπτη στην Αθήνα μέσω Χάλιφαξ για να καταλήξει στο Μόντρεαλ να πάρει τη θέση του στην ιστορία της πόλης.
Το Γλυπτό του Ελληνα Μετανάστη δεν είναι απλά ένα δημόσιο έργο τέχνης που προστέθηκε στην παλέτα του Δήμου του Μόντρεαλ, είναι η προσωποποίηση της ιστορίας των Ελλήνων μεταναστών που ήρθαν εδώ με μισάδειανες βαλίτσες για να φτιάξουν μια καλύτερη ζωή.
Το κατόρθωσαν με στέρηση, πόνο, δάκρυα, μόχθο, νοσταλγία για το σπίτι και την πατρίδα που άφησαν πίσω τους. Το κατόρθωσαν ενσωματώνοντας στη ζωή τους γλώσσα, καιρικές συνθήκες, άλλους λαούς, άλλες συνήθειες.
Σήμερα κρατώντας στο ακέραιο την ταυτότητά τους γιορτάζουν την ελάχιστη αφορμή δικαίωσής τους στην ιστορία της πόλης.
Ακολουθεί μια σειρά φωτογραφιών από τις μέρες των τελετών και της συγκίνησης!
Justinaki