Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Friday, October 13, 2017

Η Βραδιά της Εμμανουέλλας Λαμπροπούλου



Η Εμμανουέλλα Λαμπρόπουλος, η νεότερη βουλευτής του Φιλελεύθερου Κόμματος του Καναδά ανάμεσα στον πρόεδρο του Ελληνικού Κογκρέσου του Κεμπέκ, τον πρόεδρος της ΕΚΜΜ και την υπογράφουσα


Σε μια κατάμεστη αίθουσα με 400 υποστηρικτές η Εμμανουέλλα Λαμπρόπουλος έκανε την πρώτη επιτυχημένη εκδήλωση για την ενίσχυση του Κόμματος των Φιλελευθέρων στην περιοχή όπου εκλέγεται.

Απλή και προσηνής μίλησε για τις μεγάλες επιτυχίες της κυβέρνησης Τρουντό , τονίζοντας ότι η ανεργία στον Καναδά βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο, ενώ σημείωσε πως το κυβερνητικό πρόγραμμα της οικονομικής ενίσχυσης των παιδιών με 500 δολάρια το μήνα έχει ρίξει την παιδική φτώχεια κατά 40% στον Καναδά.

Επίσης ανέφερε ότι η ίδια είναι η νεαρότερη βουλευτής του κόμματός της και στο πλαίσιο αυτό δημιούργησε μια επιτροπή νέων προκειμένου να προωθήσει ζητήματα που απασχολούν τη νεολαία σε βάθος και εύρος.

Τη βραδιά στόλισαν με  τις φωνές τους όμορφες φωνές από πρώην μαθήτριες της Εμμανουέλλας καθώς ως γνωστόν ήταν δασκάλα στο επάγγελμα πριν αναμειχθεί ενεργά με την ομοσπονδιακή πολιτική.

Την Εμμανουέλλα Λαμπροπούλου στήριξαν με την παρουσία τους πολλοί Ελληνες αλλά και εκπρόσωποι άλλων εθνικοτήτων της περιοχής της. Ανάμεσά τους ήταν ο πρόεδρος της ΕΚΜΜ Νικόλας Παγώνης, ο πρόεδρος του Ελληνικού Κογκρέσου του Κεμπέκ Τζον Θεοδοσόπουλος , η υποψήφια δημοτική σύμβουλος της περιοχής Bordeaux- CartierVille , εθελοντές της προεκλογικής της καμπάνιας και μια μεγάλη μερίδα νέων.

 Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη


Thursday, October 12, 2017

Εφη Γιάννου: Η νέα Ελληνική γυναικεία φωνή στη δημοτική πολιτική

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη





Μπήκε στη ζωή μας με το καθαρό βλέμμα της και το ωραίο σεμνό χαμόγελο, στολίζοντας τις αφίσες της περιοχής Bordeaux-CartierVille.

Πρόκειται για την Εφη Γιάννου Καρμίρη, που διεκδικεί τη θέση του Charout Chitilian, ο οποίος πήρε προαγωγή για υποψήφιος δήμαρχος του Ahunchic-CartierVille. Εχει εργασθεί επί 17 χρόνια στις δημόσιες σχέσεις και την επικοινωνία σημειώνοντας μιας λαμπρή καριέρα.

Τη συνάντησα ένα φθινοπωρινό μεσημέρι και μιλήσαμε για τα σχέδιά της:

«Γεννήθηκα στην περιοχή αυτή και έζησα όλη μου τη ζωή. Ξέρω μέχρι το τελευταίο πετραδάκι. Όταν ο συμμαθητής και αργότερα συμφοιτητής μου Χαρούτ Σιτιλιάν μου ζήτησε να θέσω υποψηφιότητα για την εκλογική περιφέρεια αυτή, το σκέφθηκα και απάντησα θετικά».

Ποια είναι τα σχέδιά της;

«Ο Χαρούτ έχει ήδη κάνει πολλή δουλειά στην περιοχή, κι εμείς μαζί σαν μια νεανική ομάδα θα δουλέψουμε σκληρά για να αναπτύξουμε τα πάρκα μας και τις αθλητικές δραστηριότητες στην περιοχή. Είναι σημαντικό τα παιδιά μας να αναπτύσσουν δημιουργικές δραστηριότητες και να βρίσκονται σε διαρκή σωματική κίνηση».

Η ίδια λέει ότι η εκκλησία των Αρχαγγέλων αποτελούσε πάντοτε τη βάση της κι εκεί πηγαίνει τα παιδιά της στο Σαββατιανό σχολείο. «Νιώθω μέρος αυτής της κοινωνίας και είμαι πολύ συγκινημένη που οι Ελληνες της περιοχής μου με στηρίζουν , μου κρατάνε το χέρι και μου υπόσχονται πως θα με ψηφίσουν».

Δηλώνει περήφανη Ελληνίδα, άλλωστε αποφοίτησε από το σχολείο ΣΩΚΡΑΤΗΣ γι αυτό τα ελληνικά της είναι σε πολύ καλό επίπεδο. Φαίνεται επηρεασμένη πολύ από τον Ελληνα πατέρα της με καταγωγή από την Κόρινθο αλλά σέβεται και την κεμπεκιώτικη καταγωγή της από τη μητέρα της.

Τρίγλωσση, όμορφη, γελαστή η Εφη Γιάννου διεκδικεί το αξίωμα της δημοτικής συμβούλου στην περιοχή Bordeaux-CartierVille . Σε κοιτάζει με εκείνο το χρυσοκάστανο βλέμμα της που έχει το χρώμα του φθινοπώρου και διεκδικεί την αποδοχή σου καθώς προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα καθήκοντα της ως μητέρας, συζύγου και πολιτικού.

Η Εφη Γιάννου είναι ένα νέο πρόσωπο γένους θηλυκού στη δημοτική πολιτική και το μέλλον της είναι μακρύ και ευοίωνο.

Καλή επιτυχία!

Tuesday, October 10, 2017

Βασίλης Καρράς : Το Πιο Γλυκό μου … Δηλητήριο!






Είναι γνωστό τοις πάσι και καταγεγραμμένο εν πολλοίς  ότι μετά το Δημήτρη Μητροπάνο, η γνήσια λαϊκή φωνή που με συγκινεί είναι εκείνη του Βασίλη Καρρά.


Εχει ένα βάθος και μια καθαρότητα, μια αρχοντιά αυτή η φωνή, που τραγούδησε και τραγουδάει την ελληνική «καψούρα» με ένα τρόπο μαγικό.


Ο Βασίλης Καρράς για μένα είναι πραγματικά μια μεγάλη φωνή χωρίς προσποίηση , που μπορεί να τραγουδήσει από «καψουροτράγουδα» μέχρι «ποπάκια». Το εύρος αλλά και η καθαρότητα της φωνητικής του χροιάς τον κατατάσσουν στο πάνθεον των αυθεντικών ερμηνευτών της σύγχρονης ελληνικής μουσικής.


Αυτή την Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου,  ο άρχοντας του λαϊκού τραγουδιού, τον οποίο έχω απολαύσει πολλάκις στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα θα δώσει παράσταση στο Embassy Plaza.


Τον αγαπώ και τον προτείνω ανεπιφύλακτα. Βασίλη Καρρά είσαι το … πιο γλυκό μου Δηλητήριο!



Ένα μίνι βιογραφικό



Ο Βασίλης Καρράς γεννήθηκε στην Καβάλα και κατάγεται από το Κοκκινοχώρι Καβάλας. Έχει δύο αδέρφια,τον Δαμιανό και την Αναστασία. Όταν ήταν 10 χρόνων ήρθε με την οικογένειά του στην Θεσσαλονίκη. Το 1969, σε ηλικία 16 χρονών, έκανε την πρώτη του μουσική εμφάνιση στο νυχτερινό κέντρο "Πρόσφυγας" στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης.

Παράλληλα εργαζόταν ως μηχανικός αυτοκινήτων, την δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά το τραγούδι. Άρχισε την επαγγελματική του καριέρα στη Θεσσαλονίκη. Του έχει αποδοθεί το παρατσούκλι "Ο Άρχοντας της καψούρας''. Έχει σταθερή πορεία στη δισκογραφία με πάνω από 40 δίσκους. Η πορεία του από το 1980, που κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο, ήταν ανοδική και από το 1986 και έκτοτε όλοι του οι δίσκοι έχουν γίνει χρυσοί και πλατινένιοι, ενώ η μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία ήταν ο δίσκος Μ' έχεις Κάνει Αλήτη, που σημείωσε πωλήσεις πάνω από 180.000 αντίτυπα, σε στίχους και μουσική του Μιχάλη Ρακιντζή.


Έχει συνεργαστεί με μεγάλους συνθέτες και στιχουργούς όπως ο Φοίβος, ο Γιώργος Θεοφάνους, ο Αλέκος Χρυσοβέργης και ο Σπύρος Γιατράς, η Εύη Δρούτσα, ο Πάνος Φαλάρας, ο Χρήστος Δάντης, ο Κυριάκος Παπαδόπουλος και ο Ηλίας ΦΙλίππου, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης,ο Χρήστος Νικολόπουλος και πολλοί άλλοι. Έχει κάνει ντουέτα με πολλούς τραγουδιστές όπως η Μαριάνθη Κεφάλα, οι ΠΥΞ ΛΑΞ, η Κωνσταντίνα, η Άντζελα Δημητρίου, ο Τόλης Βοσκόπουλος,ο Νίκος Ζωιδάκης, η Δέσποινα Βανδή, η Έλλη Κοκκίνου, η Ειρήνη Μερκούρη, οι Αλχημιστές, η Πάολα και ο Παντελής Παντελίδης. Με τους περισσότερους από αυτούς έχει συνεργαστεί και επί πίστας. Επίσης είναι συνθέτης και στιχουργός και έχει γράψει τραγούδια για πολλούς μεγάλους τραγουδιστές του ελληνικού τραγουδιού.

Όλα αυτά τα χρόνια κάνει πολυάριθμες συναυλίες σε Ευρώπη, ΗΠΑ, Ασία, Καναδά και Αυστραλία και γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό από Έλληνες και ξένους.


Monday, October 9, 2017

Συγκίνηση και 'Αρωμα Φθινοπώρου στο Γάμο της Κασσάνδρας και του Κώστα



Χτες παντρεύτηκε η Κασσάνδρα Θεοδωροκοπούλου τον εκλεκτό της καρδιάς της Κώστα Ζαγάκο σε μια τελετή που ευλόγησε με τη στεντορεία φωνή του ο π. Παναγιώτης Σαλατέλλης στο ναό των Αρχαγγέλων. Ηταν πραγματική απόλαυση το μυστήριο, που παρέπεμπε σε αυθεντικό ελληνικό γάμο.

Η Κασσάνδρα με ένα δαντελένιο νυφικό και ένα όμορφο στεφάνι στα πλούσια μαλλιά της έμοιαζε με νεράιδα των παραμυθιών. Κι ο Κώστας με το μαύρο κοστούμι του και τα αθλητικά παπούτσια του έδειξε πως μπορεί να κάνει την υπέρβαση σε μια συμβατική παράσταση.

Στην πραγματικότητα και η Κασσάνδρα φορούσε στη φάση του χορού  στρασάτα αθλητικά παπούτσια συνδυάζοντας τη γυναικεία κομψότητα με την αθλητική διάσταση του Κώστα. Βεβαίως, δεν παρέλειψε να φορέσει τις όμορφες θηλυκές γόβες της στην εκκλησία και κατά την είσοδό της στην αίθουσα της δεξίωσης.

Το μπουκέτο που προσέφερε ο γαμπρός στη νύφη με πολύχρωμα λουλούδια του φθινοπώρου έδινε μια νότα διαφορετική στην εμφάνιση του ζευγαριού καθορίζοντας αυτό το πλαίσιο του ελαφρώς ασυμβίβαστου.

Η δεξίωση που ακολούθησε στο Palace Reception Hall ήταν στα φθινοπωρινά χρώματα της ανθοδέσμης και το φαγητό ήταν πλούσιο και εξαιρετικό. Η μουσική ήταν νεανική καλύπτοντας όλα τα γούστα, από ροκιές μέχρι τσάμικα και καλαματιανά.

Η αδελφή της νύφης, Ειρήνη Θεοδωρακοπούλου, και η κουμπάρα ήταν ντυμένες στα λευκά με τουαλέτα επηρεασμένη από αρχαιοελληνικό ένδυμα.

Συγκινήθηκα πολύ με το γάμο της Κασσάνδρας, διότι τη γνωρίζω από μικρό παιδί. Τη θυμάμαι με το πανέξυπνο στυλ της να θαυμάζει τις μοδάτες λεπτομέρειες της ύπαρξής μου κι έτσι αναπτύξαμε μια δική μας ιδιαίτερη επικοινωνία που μας έδεσε με τα χρόνια.

Η Κασσάνδρα είναι, εξάλλου, κόρη του Ηρακλή Θεοδωρακόπουλου και της Δανάης Σαββίδη.  Βλέποντας τον Ηρακλή ντυμένο στο όμορφο νεανικό μπλέ κοστούμι του, έμπλεω χαράς και συγκίνησης, πραγματικά γύρισα πίσω στις ωραίες διαδρομές που κάναμε μαζί μέσα από την εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ.

Ο Ηρακλής αποτελεί για μένα ένα από τα εντιμότερα πλάσματα που έχω γνωρίσει στην ελληνική παροικία του Μόντρεαλ. Η δική του στήριξη και αγάπη με περιέβαλε στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής μου στο Μόντρεαλ και ποτέ ούτε μια στιγμή δεν ξεχνώ την εμπιστοσύνη που μου έδειξε σε όλα τα επίπεδα. Αποτελεί ουσιαστική αναφορά της ύπαρξής μου στο Μόντρεαλ.

Η Δανάη , η ήρεμη δύναμη της οικογένειας,  φορούσε μακριά μαύρη τουαλέτα με χρυσό περιτύλιγμα. Τα βαθειά γαλανά μάτια της έλαμπαν από ευτυχία καθώς έβλεπε τη μικρή της κόρη να αρχίζει τον κύκλο της ζωής της .

Το ζευγάρι χόρεψε με την καρδιά του όλο το βράδυ στην πίστα,  περιστοιχισμένο από φίλες και φίλους της καρδιάς. Ο συμπέθερος Στηβ Ζαγάκος το γλέντησε κυριολεκτικά, ενώ ο Ηρακλής προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις να χορέψει τα δικά του λεβέντικα ζεμπέικικα.

Ηταν ένας γάμος που με φόρτισε συγκινησιακά, ένας γάμος χωρίς ψεύτικες φιοριτούρες, αληθινός και αγαπητικός. Ηταν ένας γάμος που είχε λεβεντιά και αληθινότητα.

Να μας ζήσουν η Κασσάνδρα και ο Κώστας, να ευτυχήσουν και να κάνουν μια όμορφη οικογένεια.

Εύχομαι σύντομα να παρευρεθούμε στο γάμο της Ειρήνης μας!
Justinaki
















Tuesday, October 3, 2017

Βασιλική Τσίρου-Μαρκαντωνάτου: Η γυναικεία αύρα στην Ελληνική Διπλωματία!


Τη γνώρισα στις εκδηλώσεις περί τα εγκαίνια της έκθεσης με τους αρχαιοελληνικούς θησαυρούς στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Μόντρεαλ, τρία χρόνια περίπου πριν. Κομψή κι ευγενική στεκόταν υποστηρικτικά στο πλάι του συζύγου της, νέου πρέσβη τότε  στην Οττάβα, Γεώργιου Μαρκαντωνάτου.

Φαινόταν να γνωρίζει το γνωστικό αντικείμενο της Αρχαιολογίας καθώς αποδείχθηκε ότι είχε σπουδάσει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είχε κάνει μεταπτυχιακά στις Τέχνες στην Ουάσιγκτον.

Η πρέσβειρα Βασιλική Τσίρου –Μαρκαντωνάτου σύντομα μπήκε στη ζωή μου λόγω του ότι πηγαινοερχόμουν στην Οττάβα , με τον Αλέξανδρο να εργάζεται στο Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά ως βοηθός δικαστή.

Ετσι με πλησίασε και μου πρότεινε να ιδρύσουμε το Λύκειον Ελληνίδων Μοντρεάλ, καθώς εκείνη ως πρόεδρος των πρεσβευτικών συζύγων, είχε γνωρίσει από κοντά τη δράση του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών στις επισκέψεις επίσημων προσώπων στην Αθήνα αλλά και παλαιότερα σε πόστα του συζύγου της στο εξωτερικό.

Γρήγορα συγκεντρωθήκαμε μια ομάδα επίλεκτων γυναικών του Μοντρεάλ και ξεκινήσαμε με ενθουσιασμό την υπόθεση της δημιουργίας του Λυκείου Ελληνίδων στο Μοντρεάλ, αναλαμβάνοντας να παρουσιάσουμε το νέο πρόσωπο της ελληνικής παράδοσης στην καναδική πραγματικότητα.

Η Βασιλική Τσίρου-Μαρκαντωνάτου έγινε η επίτιμη πρόεδρός μας. Κάτω από τη διακριτική της καθοδήγηση πορευτήκαμε σε όλα τα στάδια της δημιουργίας και της εξέλιξης του ΛΕΜ. Μέσα στον ενάμισι χρόνο λειτουργίας του κατορθώσαμε να δείξουμε το σύγχρονο πρόσωπο της Ελληνίδας του εξωτερικού, προβάλλοντας τον πολιτισμό μας με αποκορύφωμα το συντονισμό της δημιουργίας του Γλυπτού του Ελληνα Μετανάστη.

Παράλληλα, στην Οττάβα η Ελληνίδα πρέσβειρα αναδύθηκε σε μια προσπάθεια πραγμάτωσης του πολυδιάστατου ρόλου του συζύγου της, Γεώργιου Μαρκαντωνάτου. Πρόβαλε το πρόσωπο της Ελλάδας μέσα από τις πολλές εκδηλώσεις που διοργάνωσε στην πρεσβευτική κατοικία, φέρνοντας μαζί της τον αέρα του κοσμοπολιτισμού της.

Από εκδηλώσεις για την χορηγία νοσοκομείων στην Οττάβα, μέχρι την διοργάνωση της Ελληνικής ημέρας για τα 150 χρόνια του Καναδά, η Βασιλική Τσίρου –Μαρκαντωνάτου έδωσε το παρόν με ένα τρόπο απόλυτα διακριτικό αφήνοντας το προβάδισμα στο σύζυγό της σε κάθε στιγμή και περίσταση.

Ηταν πραγματικά μια γυναίκα με άρωμα κομψότητας που γνώριζε πώς να σταθεί, πώς να κινηθεί, πώς να ντυθεί. Και πάντα με εκείνο το χαμόγελο της καλοσύνης, που άφηνε να διακρίνεται η εσωτερική δοτικότητά της.

Παράλληλα, έδωσε μαθήματα Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Οττάβας, δημιουργώντας μια νέα φουρνιά Ελλήνων και Φιλελλήνων. Ηταν συγκινητική η σχέση της με τους φοιτητές της, παρότι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τον κύκλο των σπουδών που προγραμμάτισε.

Η Βασιλική Τσίρου-Μαρκαντωνάτου κάλεσε δύο φορές τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Λυκείου Ελληνίδων στην πρεσβευτική κατοικία στην Οττάβα. Εκεί είδαμε την ανοιχτοσύνη της, τη νοικοκυροσύνη της και την ταπεινοφροσύνη της . Μαγείρεψε για μας με το ταλέντο της, μας πρόσφερε τη βαθιά ελληνική φιλοξενία του προσωπικού πολιτισμού της.

Θα μου μείνουν αξέχαστες οι Χιστουγεννιάτικες γιορτές που οργάνωσε και στις οποίες παρευρέθηκαν τα μέλη της Ελληνικής Κοινότητας της Οττάβας, αλλά και οι μοναχές του Μοαστηριού της Παρηγορήτισσας. Τα κάλαντα, τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες ακόμη μοσχομυρίζουν στη μνήμη μου.

Η πρέσβειρα Βασιλική Τσίρου-Μαρκαντωνάτου αποτελεί υπόδειγμα πρεσβευτικής συζύγου. Και είναι επίσης μια υπέροχη μητέρα, που κρατάει το νήμα της οικογένειάς της δεμένο με εκείνο τον ακατάλυτο Ελληνικό τρόπο.

Είμαι ευτυχής που τη γνώρισα από κοντά, που συνεργάσθηκα μαζί της σε διάφορα επίπεδα, που με έμαθε με τον διακριτικό της τρόπο πολλά μυστικά κι ας μην το συνειδητοποίησε η ίδια.

Την εκτίμησα πολύ για το χαρακτήρα της αλλά και για το ρόλο της στην Ελληνική διπλωματία.

Δυστυχώς, αποχώρησε από την Οττάβα  όταν ήμουν απούσα κι έτσι δε μπορέσαμε ως ομάδα του Λυκείου Ελληνίδων να την αποχαιρετήσουμε με τον τρόπο που της άξιζε εκείνης και τους εξαιρετικού συζύγου της, πρέσβη Γεώργιου Μαρκαντωνάτου.

Αλλά η αύρα της θα πνέει  για πάντα στην ψυχή μας, και το πέρασμά της θα μείνει ανεξίτηλο στον Καναδά.

Καλή επιτυχία  στο νέο σας πόστο, τη Χαράρε της Ζιμπάμπουε. Είμαι σίγουρη πως κι εκεί θα προβάλετε τη πατρίδα με τον βέλτιστο τρόπο.

Θα μας λείψετε πολύ-πολύ!


Thursday, September 14, 2017

Χωρίς Εσένα!




Και ναι έχουν περάσει 13 ολόκληρα χρόνια απο τότε που αποφάσισες να γλυστρήσεις απ΄τη ζωή μας αφήνοντας ένα τεράστιο κενό στην ύπαρξη όλων όσων σε αγάπησαν πολύ.
  
Γλυκειά μου Πεταλούδα, κάθε Σεπτέμβρη που επιστρέφω στο σπίτι όπου πέρασες τις τελευταίες σου μέρες, αναθυμάμαι το λυπημένο σου βλέμμα, που με ρωτούσε χωρίς λόγια: Θα γίνω καλά;

Και οι χημειοθεραπείες σταμάτησαν, δεν υπήρχε καμιά ελπίδα, οι γιατροί μας το έλεγαν και το επαναλάμβαναν χωρίς κανένα οίκτο. Δεν θα γινόσουν καλά, όδευες ολοταχώς στο αναπόδραστο τέλος.

Και τα πράσινα μάτια σου έλαμπαν στο λευκό πρόσωπο, το κορμί σου φουσκωμένο από το αδάμαστο τέρας, το υπέροχο αγαλματένιο στήθος σου άθικτο σαν της Αφροδίτης και  η φωνή σου ταραγμένη από το άγνωστο επερχόμενο τέλος. Χάιδευες τα μαλλάκια που άρχισαν να φυτρώνουν στο κεφαλάκι σου δίνοντας την ελπίδα της επιστροφής σου στην κανονικότητα.

Μα η κανονικότητα δεν επανήλθε. Εφυγες μέσα στη νύχτα όταν εμείς αναζητούσαμε το φάρμακο του μπλέ σκορπιού, χύνοντας δάκρυα στις θάλασσες της Κούβας που τόσο αγάπησες πολύ. Ηταν σα να έκλεινε μια ιστορία έρωτα με το νησί που ξοδέψαμε υπέροχα καλοκαίρια καθώς εκεί μάθαμε τα μαντάτα του τέλους σου.

Αγαπημένη μου,  τόσα καλοκαίρια , τόσοι χειμώνες πέρασαν κι εγώ άκόμη περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο και να είσαι εσύ στην άλλη άκρη του ακουστικού. Και να μιλάμε, να μιλάμε ατέλειωτα για τις μικρές ασημαντότητες της ζωής μας που μαζί σου έπαιρναν άλλη διάσταση και γέμιζαν νόημα και σημασία.

Κι όταν ακούω το όνομα Κωσνταντίνα γύρω μου ταράζομαι, θαρρώ πως εσύ θα ξεπροβάλεις και θα μου πείς ότι εδώ είσαι, πως δεν έφυγες ποτέ, πως όλο αυτό το κενό της απουσίας σου ήταν ένα κακό όνειρο, που πάει πέρασε και δεν θα ξανάρθει.

Ο Αλέξανδρος μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, την πόλη που εσύ λάτρεψες πολύ. Και κάθε φορά που τον επισκέπτομαι μου επαναλαμβάνει : «Η θεία μου θα καθόταν μαζί μου πολλούς μήνες το χρόνο, θα το απολάμβανε τώρα το σπίτι αυτό πάνω στο ποτάμι με θέα το ‘Αγαλμα της Ελευθερίας».

Κι ο Νικόλας, ο μικρός σου πρίγκηπας κι αυτός ενηλικιώθηκε φέτος, μπήκε στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης. Κι εκεί στη Θράκη θα πήγαινες, το ξέρω, να τον επισκέπτεσαι και να του μιλάς για όλα τα όμορφα της ζωής και για τα δύσκολα.

Στ’ αλήθεια, δεν υπάρχουν λόγια να  σου περιγράψω πόσο πένθος, πόσος πόνος, πόσα δάκρυα έβρεξαν τη ζωή μας απο τη μέρα της μεγάλης σου φυγής.Η απουσία σου έχει γίνει μια διαρκής υπενθύμιση της χαράς που απλόχερα μας έδινε η αγαπητική παρουσία σου.

Θυμάμαι τα καλοκαίρια που ανέμελη κατέφθανες στο Μόντρεαλ και πίναμε τους καφέδες μας στην rue Bernard. Και περιδιαβαίναμε τη rue St Denis με τα ωραία εστιατόρια και τις μπουτίκ. Και γελούσες ασταμάτητα με τα βλαχογαλλικά των Κεμπεκουάδων και μου έλεγες πως ήμασταν τυχεροί που ζούσαμε με τη γαλλική κουλτούρα που είχε μεταμορφώσει το Μόντρεαλ σε μια πόλη ευρωπαϊκή κι ελκυστική.

Θυμάμαι να χορεύουμε στις συναυλίες του φεστιβάλ της τζάζ και να αγοράζουμε αναμνηστικά μπλουζάκια και να γελάμε ατελείωτα, ανέμελες κι ευτυχισμένες, ανυποψίαστες για το κακό που θα μας κτυπούσε αμείληκτο και θα μας χώριζε για πάντα.

Και μετά ταξιδεύαμε στο νότο, στην Κούβα σου και την Τζαμέικα, το Μεξικό  και τον Αγιο Δομήνικο. Λουσμένες στη θάλασσα της Καραϊβικής, γοητευμένες από την ντόπια κουλτούρα και περιπετειώδεις να αλωνίζουμε με το αυτοκίνητο χωριά και πόλεις του νότου. Τώρα, η Καραϊβική σαρώθηκε από μεγάλο τυφώνα κι ίσως να μην έχουν απομείνει πολλά απο αυτά που εμείς γνωρίσαμε.

Και τα Χριστούγεννα, μόλις έκλειναν τα σχολεία, πάλι στο Μόντρεαλ ερχόσουν. Και στήναμε το αληθινό δέντρο και το στολίζαμε και κάναμε χίλιες δυό σκηνοθεσίες για να μην καταλάβει ο Αλέξανδρος πως ο Αη Βασίλης ήταν μόνο στις καρδιές μας. Και τουρτουρίζαμε στο καναδέζικο κρύο και περπατούσαμε αδέξια στα χιόνια, κι ήμασταν χαρούμενες γιατί καμιά σκιά δεν έπεφτε πάνω απ΄ τις ζωές μας.

Τώρα μόνη μου όπου κι αν βρίσκομαι σ’ αναπολώ. Οταν βλέπω την Πεταλούδα σε φέρνω στη σκέψη μου γιατί ξέρω πως είσαι εσύ. Και πονάω εκεί στην πληγή που ολοένα μεγαλώνει και είναι ανοιχτή σαν το συρίγγιο. Ο πόνος δεν είναι πιά οξύς, είναι πιό απαλός αλλά συνεχίζει να χτυπάει στο ίδιο σημείο της καρδιάς και του νού.

Δεν σε ξεχνάω ούτε μια μέρα. Σου ανάβω τα αρωματικά κεριά της ύπαρξής σου μέσα μου. Σε αναθυμάμαι με άρωμα κολοκύθας το φθινόπωρο, με άρωμα ξύλου το χειμώνα, με άρωμα τριαντάφυλλου την άνοιξη και με άρωμα μήλου το καλοκαίρι.

Σ’ αγαπώ και μου λείπεις. Να δώσεις την αγάπη μου στη μαμά και στον πατερούλη. Ολοι μου λείπετε, η ζωή μου είναι λειψή!


Η αδελφή σου
Ιουστίνη


Sunday, August 27, 2017

Τα Καλαμπόκια της Εμμανουέλλας!


Η Εμμανουέλλα Λαμπρόπουλος με πολλούς υποστηρικτές της 
Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του καλοκαιριού διαλέγουν οι πολιτικοί του Κεμπέκ  για να κάνουν τη γιορτή του καλαμποκιού, συγκεντρώνοντας τους ψηφοφόρους τους και μοιράζοντας τα ντόπια ολονόστιμα καλαμπόκια του Κεμπέκ.

Στο πλαίσιο αυτό και υπό καταγάλανο ουρανό  η Ελληνικής καταγωγής βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος των Φιλελευθέρων ΕμμανουέλαΛαμπρόπουλος διοργάνωσε τη δική της μέρα του καλαμποκιού στο πάρκο Cousineau του St. Laurent, όπου εκλέγεται.

«Σμίξαμε σήμερα εδώ με αφορμή τα ωραία νόστιμα καλαμπόκια του Κεμπέκ για να έρθουμε σε επαφή με τον κόσμο της περιοχής , να του δείξουμε ότι είμαστε στο πλευρό του, ότι ενδιαφερόμαστε για τα θέματά του και για τα ευρύτερα ζητήματα της έδρας», είπε η Εμμανουέλα στο Greek Post, επισημαίνοντας ότι θέλει να γνωρίζουν οι κάτοικοι ποιες υπηρεσίες προσφέρονται από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο  του St. Laurent.

Χαμογελαστή κι αισιόδοξη μιλούσε και  χαιρετούσε τον κόσμο με εγκαρδιότητα, ενώ ευχαρίστησε τους συνεργάτες της για την ωραία διοργάνωση.

Το παρόν έδωσαν ο δήμαρχος της περιοχής Alan Desusa και ο δημοτικός σύμβουλος Francesco Miele καθώς και πλήθος κόσμου από όλες τις εθνικές κοινότητες που συνθέτουν το St. Laurent.
Ι.Φ



 Την αγκάλιαζαν οι μεγαλύτεροι

 Με τον Francesco Miele  δημοτικό σύμβουλο του St Laurent και εκπρόσωπο της νεολαίας του Φιλελεύθερου Κόμματος


 Μιλησε από καρδιάς στον κόσμο της

Ο Ted Argyris και η υπογράφουσα με την υπεύθυνη επικοινωνίας της Εμμανουέλλας Λαμπροπούλου, Φωτεινή Διαμάντη

Monday, August 7, 2017

Η Κουλίτσα της Αγάπης



Με πήρε τηλέφωνο Κυριακή μεσημέρι ο Σπύρος. Δεν το απάντησα αλλά όταν είδα το νούμερό του κατάλαβα. Η Κουλίτσα μας είχε φύγει. Ναι η Κουλίτσα, η πιο αγαπημένη φίλη της μαμάς ανελήφθη εις ουρανούς, μου επιβεβαίωσε όταν συνομιλήσαμε αργότερα.

Θα έλεγα ότι η Κουλίτσα μας πέθανε από βαθιά γεράματα, άγγιζε τα 90 ή μπορεί και να τα είχε περάσει. Η Κουλίτσα πέθανε πασπαλισμένη από την άφατη αγάπη της αδελφής της, της Μαρίας Καφαράκη που έμεινε ακοίμητη στο πλευρό της από τον περασμένο Μάρτιο για να απαλύνει τον πόνο της σωματικής φθοράς της.

Η Κούλα Καρύδη ήταν η καλύτερη φίλη της μαμάς μου, ήταν η κολλητή της. Η παιδική μου ζωή άρχισε με την Κουλίτσα γύρω μας, ήταν σα μια αγαπημένη συγγενής μας. Περνούσε σχεδόν καθημερινά από το σπίτι και τα έλεγαν με τη μαμά. Εκείνη πήγαινε για ενέσεις στους άπορους Λευκαδίτες οργώνοντας όλη τη Λευκάδα. Υστερα περνούσε από την εκκλησία , άναβε το κερί της, βοηθούσε αν υπήρχε οποιαδήποτε ανάγκη.

Η Κουλίτσα ήταν ενορίτισσα στο Μητροπολιτικό ναό της Ευαγγελίστριας και ήταν δεμένη με το θείο παπα-Νίκο, τον αδελφό της μαμάς. Θα έλεγα ότι ήταν ένα τρίο που είχαν μεταξύ τους μυστικά, γιατί σιγοψιθύριζαν ανάμεσά τους λόγια κι όταν φτάναμε τα παιδιά έκοβαν την κουβέντα απότομα.Δεν ξέρω τι ακριβώς έλεγαν αλλά αντιλαμβανόμουν ότι αποτελούσαν ένα κονκλάβιο αποφάσεων σχετικά με την εκκλησιαστική ζωή της πόλης μας.

Η Κουλίτσα είχε γνωριστεί με τη μαμά από τα κατηχητικά την εποχή της νεότητάς τους. Εκεί έσμιξαν οι πανέμορφες κοπέλες, η μαμά με τα πράσινα μάτια και η Κουλίτσα με το καταγάλανο βλέμμα. Μόνο που η Κουλίτσα είχε δηλώσει ότι δεν την ενδιέφερε ο γάμος και η οικογένεια, ήθελε να αφιερωθεί στο Θεό, στην Εκκλησία, στην υπηρεσία του απλού ανθρώπου που υπέφερε εκείνα τα φτωχά μεταπολεμικά χρόνια στο στερημένο νησί μας.


Ετσι έκανε πάντα το καλό. Ηταν το ηθικό στήριγμα για αδύναμες γυναίκες, ήταν η παρηγοριά για τους πενθούντες, ήταν εκείνη που μοίραζε τα δέματα στους φτωχούς και στους μη έχοντες. Με έπαιρνε μαζί της και με μάθαινε τον αγώνα της αρετής, της προσφοράς, της γενναιοδωρίας. Μου έλεγε πως θα μου τα έδινε σε δώρα ο Θεός μια μέρα κι εγώ παραπονιόμουν που τα δώρα δεν έφταναν ποτέ στην πόρτα μου κι ας έκανα τα χιλιάδες θελήματα μαζί της. Μου έμαθε την ανιδιοτέλεια, την αγάπη για τον πλησίον, την άδολη προσφορά, την πληθωρικότητα στα συναισθήματα.

Η Κουλίτσα ήταν η δεύτερη μαμά μας, ποτέ δεν ζήλεψε που δεν έκανε οικογένεια, μας είχε οικειοποιηθεί σαν παιδιά της. Μας λάτρευε και μας τόδειχνε με χίλιους τρόπους καθημερινά και προπάντων με το γάργαρο γέλιο της που κάλυπτε όλες τις ζαβολιές μας. Μας δικαιολογούσε στους γονείς μας νουθετώντας μας στα κρυφά, έπαιρνε το ρίσκο να είναι η προστάτις μας στην κοινωνική ζωή μας.

Μας έπαιρνε μαζί της στη θάλασσα και μας έμαθε μπάνιο καθότι ήταν δεινή κολυμβήτρια. Θάλεγα ότι η μεγάλη της αγάπη ήταν  η υγρή αγκαλιά του Ιονίου πελάγους για αυτό δεν έχανε ποτέ ούτε ένα μπάνιο τις μέρες του καλοκαιριού. Τη θυμάμαι με το ωραίο ψάθινο καπέλο της να κάθεται στην παραλία και να μας φωνάζει να βγούμε επιτέλους απ΄τη θάλασσα γιατί θα χάναμε το λεωφορείο.

Η Κουλίτσα είχε δύο επίσης αδελφές. Την Ελένη που έμενε στην Αθήνα και ήταν καθηγήτρια αγγλικών και την Μαρία που είχε φύγει με τον άντρα της Μενέλαο Καφαράκη για μετανάστευση στην ωραία Ουάσιγκτον. Οι φωτογραφίες με την οικογένεια της Μαρίας και τα γράμματα πηγαινοέρχονταν κάθε μήνα Ουάσιγκτον-Λευκάδα και τανάπαλιν. Κι εμείς ακούγαμε αχόρταγα τις ιστορίες των Αμερικάνων.

Εμείς σμίγαμε κάθε καλοκαίρι με τα δυό ανήψια της Κουλίτσας, τον Φίλιππα και το Σπύρο που έρχονταν από την αμερικάνικη πρωτεύουσα και δεν τα ξεχωρίζαμε από τα ξαδέλφια μας. Ηταν τόσο συνεκτική η αγάπη της Κουλίτσας που μας είχε ενώσει με ένα θεϊκό τρόπο στον ιστό μιας μεγάλης αγαπητικής οικογένειας. Είχε το χάρισμα να  δένει τους δικούς της ανθρώπους στο άρμα της με την ευγένεια της ψυχής της. Είχε την ικανότητα να κατακτάει τους συνομιλητές της με εκείνη τη γαλανή ευθύβολη της ματιά που έσταζε χριστιανική αγάπη.

Η Κουλίτσα ήταν η ενσάρκωση της χριστιανικής αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης, της προσφοράς στον πλησίον. Και τούτη η αγάπη της δεν ήταν στείρα ούτε κριτική ούτε απαιτητική. Ηταν η αληθινή, η άφοβη αγάπη που έμαθε από το Ευαγγέλιο και τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας.

Αν κλείσω τα μάτια θα τη δω να περπατάει στη Λευκάδα με το αδύναμο από την εγχείρηση πόδι της, να χαιρετάει, να μαθαίνει πού βρίσκονταν οι ανήμποροι για να τρέξει σε συμπαράσταση.

Την λάτρεψα την Κουλίτσα μου για όλα αυτά που με έμαθε με ένα τρόπο χωρίς αγκυλώσεις, πίεση ή συναισθηματικούς εκβιασμούς. Με ένα τρόπο ελεύθερο και γενναίο σαν το ασυμβίβαστο πνεύμα της. Ημουν η αγαπημένη της γιατί ήμουν επαναστάτρια κι αυτό μου το τόνιζε πάντα στις συνομιλίες μας.

Τώρα εκείνη έφυγε στους ουρανούς, αλλά χαίρομαι γιατί πάει να βρεί την αδελφή της την Ελένη και τον υπέροχο γαμπρό της , το Μενέλαο. Πάει να συναντήσει τη μαμά μου , την τσατσούλα της, δηλαδή την αδελφή της… Και θα ξαναβρεθεί με το θείο παπα-Νίκο και τη θειά Δήμητρα , με τον κυρό Μητροπολίτη Νικηφόρο και θα τα πούν εφ όλης της ύλης. Και κανένας πιά δεν θα τους διακόψει… Ισως η Πεταλούδα μου για να της πει το «καλώς όρισες ».

Καλό ταξίδι Κουλίτσα μου και να τους χαιρετήσεις όλους, έναν-έναν με εκείνη την απόλυτη αγάπη, που  μας είχε δέσει και μας είχε κάνει μια μεγάλη αγαπημένη οικογένεια!
Η Ιουστινούλα σου!

Saturday, August 5, 2017

Τα καλοκαίρια της Βασιλικής


Αφιερωμένο εξαιρετικά στην αγαπημένη μου ξαδέλφη Γώγω Πολίτη και 
την βαφτιστήρα μας Χριστίνα Μελά.
Με την ευχή να φτιάχνουν αναμνήσεις!

Εμείς τη Λευκάδα την θεωρούσαμε άστυ και παρότι κολυμπούσαμε καθημερινά στις παραλίες του Κάστρου ή της Γύρας, η μαμά έστελνε τον Αποστόλη στο πατρικό χωριό  Εγκλουβή για διακοπές (ήθελε να κάνει βόλτες με τα άλογα) κι εμένα την καθωσπρέπει δεσποινίδα στην ειδυλλιακή Βασιλική, όπου έμενε η αδελφή της η Φροσύνη.

Η θεία Φροσύνη παντρεμένη με το θείο Μήτσο είχε τρία παιδιά, τη Ντίνα, τη Γώγω και τον Φίλιππα. Και ήταν μια πανέμορφη γυναίκα με λευκή επιδερμίδα και ολοπράσινα μάτια, από εκείνες της αρχόντισσες του παλιού καλού καιρού. Η θεία Φροσύνη ήταν απίστευτη νοικοκυρά, μαγείρισσα, κεντήστρα και μου έτρεφε μεγάλη αδυναμία. Κι εγώ όμως την ξεχώριζα από τις θείες μου διότι διέκρινα την αρχοντιά της, τη σβελτάδα της, την αποτελεσματικότητά της και ήθελα να γίνω σαν εκείνη.

Στη Βασιλική έμενε επίσης και η αγαπημένη αδελφή του πατέρα μου, η θεία Χρυσαυγή, που ήταν παντρεμένη στα Κολυβάτα με τον θείο Σπύρο και είχαν τρία παιδιά, μικρότερα από μένα. Παρότι είχαμε μια ιδιαίτερα σχέση και την θαύμαζα για τη γενναιότητά της, ωστόσο τις διακοπές μου τις έκανα στη θεία Φροσύνη.

Λάτρευα τις ξαδέλφες μου τη Ντίνα και τη Γώγω, που ήταν μεγαλύτερες από μένα, αλλά εντυπωσιακά όμορφες και δεν περνούσαν ποτέ απαρατήρητες. Προπάντων, η Γώγω είχε ξανθό μαλλί σα στάχυ, ήταν μικροσκοπική και έμοιαζε με Γερμανίδα. Ζήλευα τα μαλλιά και τα πράσινα μάτια της, καθώς εγώ ήμουν ένα κανονικό καστανόξανθο κορίτσι από τα συνηθισμένα.

Η Βασιλική ήταν ένα πανέμορφο ψαροχώρι με ένα γραφικό λιμάνι, που περιβαλλόταν από πράσινους λόφους. Το πράσινο καθρεφτιζόταν μέσα στα νερά του λιμανιού κι έκανε το νερό να αλλάζει χρώμα ανάλογα με τη θέση του ήλιου. Οι ψαρόβαρκες δεμένες στους ντόκους ανεβοκατέβαιναν απ΄το αεράκι που έπιανε ανελλιπώς κάθε απόγευμα.

Αυτό που έκανε ξεχωριστή την παραμονή ήταν το μαγαζί του θείου που νοίκιαζε ποδήλατα και περνούσαν από κεί όλοι οι ξένοι. Εκεί γνώρισα τον τουρισμό και τους ξένους, που έφερναν λεφτά στο μικρό τόπο.

Με το που έφθανα στη Βασιλική άρχιζαν οι βόλτες με την ξαδέλφη μου τη Γώγω που με σύστηνε σε όλους τους φίλους και τους γνωστούς της. Εκείνη ένιωθε περήφανη για την άφιξη της ξαδέλφης από τη Λευκάδα κι εγώ χαιρόμουν που ανέπτυσσα την κοινωνικότητά μου. Γνώρισα πολλά παιδιά της γειτονιάς κι ένιωθα ότι ανήκα σ΄αυτή τη νέα ομάδα των φίλων.

Το πρωί βοηθούσαμε στις δουλειές στο σπίτι, κάναμε μικροθελήματα και παίζαμε στον ωραίο κήπο του σπιτιού όλα τα παιχνίδια της νεότητας. Και προς το μεσημεράκι πηγαίναμε στην απαλή παραλία της Πόντης όπου κάναμε το μπάνιο μας προστατευμένα κάτω από την ψάθα της εποχής.

Θυμάμαι να παραπονιέμαι για τα ρηχά νερά της Πόντης που τα σύγκρινα με τις απέραντες παραλίες της πόλης και η ξαδέλφη μου την επόμενη μέρα με πήγαινε στην παραλία των Κολυβάτων, που είχε πιο βαθιά θάλασσα. Κι αφού τελειώναμε το κολύμπι, καθόμασταν στους βράχους και κυνηγούσαμε μικρά καβουράκια και τραγουδούσαμε ανέμελες «στου γυαλού τα βοτσαλάκια…». Αφήναμε τα καβουράκια να περπατούν στα χέρια και το σώμα μας, ατρόμητες από τον κίνδυνο να μας δαγκώσουν. Και μετά τα χώναμε στον κουβά με θαλασσινό νερό και τα μεταφέραμε στην άλλη παραλία της Πόντης για να τα ρίξουμε σ’ εκείνη τη θάλασσα.

Γελούσαμε και ήμασταν ευτυχισμένες. Η ευτυχία μύριζε αλάτι, θάλασσα, ευκάλυπτο … Μύριζε ξεγνοιασιά και αγάπη δοσμένη με κάθε τρόπο. Τη νιώθαμε  την αγάπη στα υπέροχα μαγειρεμένα φαγητά της θειάς Φροσύνης, που έστρωνε καθημερινά με τραπεζομάντηλο το τραπέζι του μπαλκονιού και τρώγαμε με επισημότητα και ιεροτελεστία. Την ανακαλύπταμε στα υπέροχα φρούτα που διάλεγε ο θείος Μήτσος και ήταν πάντα νόστιμα, είχαν μοναδικό άρωμα και γεύση. Τα πεπόνια και τα καρπούζια ήταν μέλι γλύκα, τα κεράσια πλούσια και γευστικά, τα σύκα μεγάλα και πεντανόστιμα.

Τα απογεύματα συνήθως πηγαίναμε για πικ νικ εκεί στην παραλία της Πόντης. Η θεία μας έφτιαχνε ριγανάδα αλλά και πατάτες τηγανητές και φρόντιζε να μην βάλει φέτα διότι εγώ ήμουν αλλεργική και την απεχθανόμουν.  Μοσχομύριζε η γειτονιά από το τηγάνι κι εμείς βάζαμε στο καλαθάκι τα καλούδια και ορμούσαμε με ενθουσιασμό στην ακτή , όπου σμίγαμε με τα άλλα παιδιά. Αφού στρώναμε και τρώγαμε τα φαγάκια μας, αρχίζαμε το παιχνίδι. Δεν ήταν ένα σωματικό παιχνίδι αλλά ήταν ιστορίες που φτιάχναμε με το μυαλό μας και τις αναπαριστούσαμε παίρνοντας διάφορους ρόλους. Ηταν η ζωή σε παιδικό θέατρο και ήταν πολύτιμη η φαντασία και η δημιουργικότητά μας, καθώς δεν υπήρχαν τότε ανάλογα ερεθίσματα… Μόνα μας τα παιδιά, φτιάχναμε ιστορίες και υποδυόμασταν τους πρωταγωνιστές…

Στη Βασιλική πήγα για πρώτη φορά στον κινηματογράφο. Ηταν ένας περιπλανώμενος σινεάστ, που έφερνε τη μηχανή του, την έστηνε και έπαιζε την ταινία σε πρόχειρο πανό προβολής, προμοτάροντάς την με τη ντουντούκα στο χωριό από βαθέως όρθρου. Είδα τας Δυό Ορφανάς κι επίσης μια πολεμική ταινία με τον Πέτρο Φυσσούν και γοητεύτηκα τόσο μα τόσο από το σινεμά…

Βεβαίως, με τη Γώγω μαλώναμε κι όλας. Κι έτσι που ήμουν τσαμπουκάς κι ασυμβίβαστη, με θυμάμαι να στριμώχνω στη μικρή καρρώ βαλιτσούλα μου τα ρουχαλάκια μου και να κινάω για τη στάση του λεωφορείου να φύγω για τη Λευκάδα. Κι όλο την τελευταία στιγμή με προλάβαινε η θεία Φροσύνη και με παρακαλούσε να γυρίσω και τιμωρούσε τη Γωγούλα που δεν μου φερόταν με την ανοχή της οικοδέσποινας. Και η Γωγούλα πονούσε- είμαι σίγουρη- που η μάνα της έπαιρνε το μέρος μου διότι τότε δεν καταλαβαίναμε τα παιδιά από τις σχετικότητες και τις ισορροπίες.

Τα καλοκαίρια στη Βασιλική γνώρισα το φλέρτ με τα αγόρια, ανακάλυψα την πλήρη αποδέσμευση από το περιβάλλον μου, απόλαυσα την ελευθερία των διακοπών.

Και δεν περνάει ούτε ένα καλοκαίρι που να μη θυμάμαι τη Βασιλική των παιδικών μου χρόνων. Αναπολώ εκείνες τις μέρες της ανεμελιάς και της αγάπης. Αναθυμάμαι όλες τις μικρές στιγμές που με έδεσαν με τον τόπο και προπάντων με την ξαδέλφη μου τη Γώγω!

Ελπίζω μια μέρα να ξαναγυρίσουμε μαζί σ΄εκείνα τα καλοκαίρια!



Τζουστινάκι